Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Ο καραγκιοζοπαίχτης Χρ. Πατρινός μιλά για το θέατρο Σκιών και το Αγρίνιο

Αντιδραστικός, (αναρχικό τον χαρακτήριζε ο τότε (1894) αστυνομικός διευθυντής της Πάτρας Στυμφαλίδης), ο Έλληνας Καραγκιόζης γεννήθηκε στην Πάτρα από το Μίμη Σαρδούνη, τον αξεπέραστο καραγκιοζοπαίχτη που έμεινε γνωστός στην ιστορία με το ψευδώνυμο...
ΜΙΜΑΡΟΣ.
Ο Καραγκιόζης από τα πρώτα κιόλα χρόνια της «ελληνοποίησής» του στις γειτονιές της Πάτρας, τα έβαζε με εξουσία, μιλούσε για αργία της Κυριακής και απεργίες, σε μια εποχή που οι λέξεις αυτές ήταν απαγορευμένες. Πάντα ξυπόλητος και πεινασμένος αλλά και καταφερτζής.
Και σήμερα όμως η εξουσία δεν τον ξεχνά… Η Κυβέρνηση του έβαλε φόρο στην παράγκα. Του ζητούν να πληρώσει ΕΝΦΙΑ για την παράγκα που δεν έχει κεραμίδια. Να πληρώσει ΔΕΗ, χωρίς να έχει ρεύμα. Από τα μέτρα δεν ξέφυγε ούτε και ο Μπάρμπα Γιώργος ο οποίος καλείται να πληρώσει ΕΝΦΙΑ για το μαντρί του.
Η αντίδραση όμως του «βλάχου» ήταν άμεση. Κατέβηκε από το βουνό, χτύπησε την πόρτα του Πασά και το απείλησε: «Ελάτε πάνω να το πάρετε», κι όταν εκείνος επέμεινε… τον κοπάνησε…
Κάπως έτσι θ’ αντιδρούσαν οι ήρωες του ΜΙΜΑΡΟΥ στην Ελλάδα του 2014… σύμφωνα με τον σύγχρονό μας καραγκιοζοπαίχτη Χρήστο Πατρινό:
«Όσα ζούμε εμείς σήμερα ο Καραγκιόζης τα ζούσε κάθε μέρα, οπότε δεν του προκαλεί εντύπωση τίποτα. Όσα τραβούσε αυτός τότε τραβάμε κι εμείς σήμερα. Αυτός μια ζωή ήταν στην φτώχια, άφραγκος, την πίνα, την καταπίεση. Ο καραγκιόζης όμως αντιδρούσε, σήμερα δεν αντιδρά κανείς στα όσα μας κάνουν», εξηγεί μιλώντας στο thebest.gr ο κ. Πατρινός.
Η κουβέντα μας πολύ ενδιαφέρουσα. Τρέφει απεριόριστο θαυμασμό για τον ΜΙΜΑΡΟ, τον άνθρωπο στον οποίο η χώρα οφείλει την κλασσική φιγούρα του Έλληνα Καραγκιόζη με την καμπούρα, την ξυπολησιά, με το μακρύ χέρι, τα μπαλωμένα ρούχα, τον πάντα πεινασμένο, που τρώει ξύλο αλλά δεν το βάζει κάτω.
«Τίποτα από τα στοιχεία που του έβαλε ο ΜΙΜΑΡΟΣ δεν είναι τυχαίο: Το μακρύ χέρι γιατί αναγκαζόταν να το… απλώνει για να επιβιώσει, η καμπούρα στην οποία οι θεατές φόρτωναν τα προβλήματά τους, η φτώχια που περνούσε ο ελληνικός λαός. Όλα φιλοσοφημένα», επισημαίνει. Ο ΜΙΜΑΡΟΣ πρόσθεσε κι άλλους χαρακτήρες από την ευρύτερη περιοχή της Πάτρας, όπως ο Σιορ Διονύσης από το Ιόνιο αλλά και ο Μπάρμπα Γιώργος, ο οποίος ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο που είχε γνωρίσει στην Κατούνα Αιτωλοακαρνανίας. Μάλιστα η δημιουργία και η εξέλιξη του χαρακτήρα του Μπάρμπα Γιώργου έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω της.
Όπως θυμάται ο κ. Πατρινός: «Ο ΜΙΜΑΡΟΣ είχε παίξει μια παράσταση στην Κατούνα, εκεί τον είδε και του έκανε εντύπωση η ενδυμασία του καθώς και η ιδιαίτερη (βλάχικη) προφορά του. Όμως ο Μπάρμπα Γιώργος δεν ήταν τόσο ψηλός, στην πραγματικότητα ήταν κοντός, όμως τον έκανε ψηλό για να μπορεί να δέρνει τον Βελιγκέκα, έτσι ώστε οι Έλληνες να νιώθουν μια σιγουριά. Ήταν αγράμματο, καλόψυχος αλλά αφελής. Τον έκανε μπάρμπα του καραγκιόζη και τον έβαζε να καθαρίζει στα δύσκολα.
Ο ΜΙΜΑΡΟΣ όμως δεν μπορούσε να τον πιάσει απόλυτα τον τρόπο της ομιλίας του κι έτσι απέφευγε να τον βγάζει συχνά στην σκηνή. Στην πορεία διαπίστωσε ότι ένας μαθητής του ο Ρούλιας που ήταν από την Αιτωλοακαρνανία μπορούσε να τον αποδώσει καταπληκτικά και όταν τον έβγαζε στις παραστάσεις, ειδικά στην Αθήνα, γινόταν χαλασμός κόσμου».
Από την Πάτρα λοιπόν και τον «γκρεμό» των Υψηλών Αλωνίων (εκεί που σήμερα είναι το ηλιακό ρολόι) όπου ο ΜΙΜΑΡΟΣ έκανε τις πρώτες του παραστάσεις (Ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδι κ.α.), ο Καραγκιόζης εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και αγαπήθηκε, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα.
Τα έργα του ΜΙΜΑΡΟΥ παραδοσιακά-κλασσικά ήταν κατά κύριο λόγο προφορικά κι έτσι μεταφέρονταν από τους μάστορες στους μαθητές.
Σήμερα πλέον στις παραστάσεις που δίνει στο εργαστήρι του «Περί Σκιών» αλλά και σε όλη την Ελλάδα ο Χρήστος Πατρινός, γράφει και σύγχρονα σενάρια εμπνευσμένα από την επικαιρότητα και τα σημαντικά γεγονότα. Π.χ. το 2004, με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έκανε τον «Καραγκιόζη Ολυμπιονίκη» και με τη Γιουροβίζιον τον «Καραγκιόζη μουσικό στην Γιουροβίζιον».
«Σε αυτό το έργο είχαμε κάνει ένα μεγάλο σχόλιο για την μουσική που ακούει ο σύγχρονος Έλληνας, ο οποίος έχει ξεχάσει το Δημοτικό, το Λαϊκό, το Παραδοσιακό τραγούδι κ.α.».
Άλλες παραστάσεις ο κ. Πατρινός και οι συνεργάτες του τις εμπνέονται και από την εποχή, έτσι έχουν δημιουργήσει ειδικές παραστάσεις για την 25ηΜαρτίου, την 28η Οκτωβρίου: «Ο καραγκιόζης στρατιώτης στον πόλεμο του 1940» και για τα Χριστούγεννα τον «Ρούντολφ το ελαφάκι και ο καραγκιόζης Άη Βασίλης» όπου για πρώτη φορά ο Καραγκιόζης έχει φαγητό λόγω των ημερών αλλά… τελικά όλα είναι ένα όνειρο.
Το «Περί Σκιών» είναι ένα ζωντανό εργαστήρι όπου τα πρωινά το επισκέπτονται μαθητές των σχολείων της Πάτρας. Εκεί κάνουν μαθήματα θεατρικής αγωγής, του μαθαίνουν πώς δημιουργείται μια σκιά, πώς ξεκίνησε το θέατρο σκιών, πώς φτιάχνονται οι φιγούρες από δέρμα, χαρτί και ζελατίνα ενώ γίνεται εκτενής αναφορά στην περιπλάνηση του Καραγκιόζη μέχρι να φθάσει στην Πάτρα.
Πέραν αυτών εκπαιδεύονται στο πώς μιλάνε οι φιγούρες και πώς αλλάζουν οι φωνές και βέβαια οι μαθητές κάνουν τις δικές τους παραστάσεις. «Τα απογεύματα γίνονται εργαστήρια με παιδιά που πραγματικά αγαπούν τον Καραγκιόζη. Τα βλέπεις με πάθος να ζωγραφίζουν τις φιγούρες, να μαθαίνουν τις ατάκες και τους εξηγούμε πώς πρέπει να βγαίνουν από μέσα τους, να τις αισθάνονται.
Στη συνέχεια μπαίνουν πίσω από τη σκηνή και παίζουν τις δικές τους παραστάσεις. Μάλιστα εγώ τους ζητάω να γράψουν μικρά σενάρια και είναι εντυπωσιακές οι ιδέες τους, δεν το πιστεύει. Μου δίνουν ζωή, μπορεί να ασχοληθώ ώρες με ένα τμήμα. Μαθαίνουμε από τα παιδιά», μας λέει ο κ. Πατρινός.
Αυτή η αγάπη των νέων ανθρώπων τον κάνει να αισιοδοξεί για το μέλλον του Καραγκιόζη αν και παράλληλα δηλώνει εξαιρετικά στεναχωρημένος από το γεγονός ότι σύγχρονοι καραγκιοζοπαίχτες, αντί να κάνουν ζωντανές παραστάσεις, χρησιμοποιούν CDs και κασέτες. «Ένα παγωμένο πράγμα, μια κονσέρβα. Απαράδεκτα πράγματα. Υπάρχουν νέα παιδιά που ενδιαφέρονται αλλά τον καραγκιόζη τον σκοτώνει η πειρατεία», τονίζει εμφανώς πικραμένος.
ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΚΙ ΕΓΙΝΑ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ
«Εγώ έχω γεννηθεί στην πλατεία Βουδ, απέναντι από το σπίτι μου ήταν ο ιδιοκτήτης του θεάτρου Ρεκόρ που βρισκόταν στου Μαρούδα, από όπου έχουν περάσει όλοι οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες, και η κόρη του ήταν ταμίας. Πιτσιρίκια εμείς τότε.
Φτώχια καταραμένη, ούτε τη μια δραχμή δεν είχαμε για το εισιτήριο και αυτή η κοπέλα μας έπαιρνε από το χέρι και βλέπαμε τις παραστάσεις. Αγάπησα πάρα πολύ τον καραγκιόζη. Πήγαινα και παρακολουθούσα πάντα τον Αντώναρο (Αντώνης Πλέσσας). Έπαιζε μπουζούκι, τραγουδούσε, είχε βαριά φωνή. Μια φορά που πήγα, δεν ήμουν καν 17 χρονών, ήταν γεμάτο το θέατρο, είχε κλείσει η φωνή του Αντώναρου και δεν μπορούσε να παίξει. Με πλησιάζει και μου λέει:
«Ρε πιτσιρίκο δεν κάνεις την παράσταση για να μην χάσουμε δεκαεφτά τρακόσα;» Μου κόπηκαν τα πόδια, ήταν σαν να μου έλεγαν να πάω να παίξω στην Επίδαυρο, εκεί που πάτησε η Παξινού. Μ’ έβαλε μέσα στην παράσταση «Ο Καραγκιόζης και τα Κολλητήρια». Έτρεμαν τα πόδια μου. Μιλάμε για την τρεμούλα. Άνοιγε, κάθε τόσο, την πόρτα της σκηνής και μου έκανε νόημα ότι τα πηγαίνω καλά. Όσο περνούσε η ώρα στεκόμουν στα πόδια μου και βελτιωνόμουν. «Είσαι καλός» μου είπε στο τέλος.
Στο στρατό έκανα ερασιτεχνικές παραστάσεις. Μετά έμπλεξα με τη δουλειά (ηλεκτρολόγος τεχνίτης καυστήρων) και τον άφησα για ένα διάστημα τον Καραγκιόζη. Έπρεπε να υπάρχει και μια επιβίωση. Πήγα στο Αγρίνιο για κάτι δουλειές και ξέμεινα εκεί. Πήγα για ένα μήνα και έμεινα 33 χρόνια. Εκεί γνώρισα έναν γιατρό που είχε πάθος με τον καραγκιόζη, δεν έπαιζε, ήταν συλλέκτης φιγούρων από όλο τον κόσμο. Μου πρότεινε να παίξουμε μια παράσταση στο Αγγελόκαστρο.
Βοηθός ο γιατρός, παίξαμε μια παράσταση που τους άρεσε πάρα πολύ. Μετά γνώρισα, εντελώς τυχαία, ένα δάσκαλο (Νίκο Γυφτάκη) στα Σιταράλωνα. Μου ζήτησε στο τέλος της σχολικής χρονιάς να κάνω μια παράσταση και δεν πίστευε ότι ήμουν ερασιτέχνης. Με παρότρυνε να ασχοληθώ επαγγελματικά. Φοβόμουνα όμως πώς θα ζήσω.
Μετά ήρθε μια άλλη γνωριμία με δάσκαλο, Σωκράτη Ζαραβίνα, ο οποίος είχε μεγάλη αγάπη στον πολιτισμό και μ’ έπεισε να παίξω στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου στις Γιορτές Ειρήνης. Δεν το πίστευε κανείς ότι ήμουν εγώ. Στην συνέχεια και με τους δύο είχαμε καλές συνεργασίες και επέμεναν να συνεχίσω. Κι έτσι το αποφάσισα. Έκανα αρχικά στον Αστακό ένα μικρό λυόμενο θεατράκι με τη βοήθεια του κοινοτάρχη και έπαιζα τα καλοκαίρια, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 και κάθε βράδυ ήταν γεμάτο.
Το χειμώνα οι καυστήρες και τα καλοκαίρια ο καραγκιόζης. Μετά από δύο χρόνια άφησα τους καυστήρες και ασχολήθηκα ολοκληρωτικά στον καραγκιόζη. Με περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Αυτή είναι η ιστορία μου.»
Θάνος Χριστακόπουλος
www.thebest.gr

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε για τα σχόλια, να χρησιμοποιείτε Ελληνική γραμματοσειρά και σε ευπρεπές επίπεδο, χωρίς να θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός πολίτη.
(«Δεν δημοσιεύονται σχόλια χυδαία και υβριστικά, καθώς και ανώνυμες καταγγελίες και χαρακτηρισμοί κατά προσώπων που δεν τεκμηριώνονται.”)
Σχόλια άσχετα με το θέμα της εκάστοτε ανάρτησης ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ.
Όλα τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους αφού διαπιστωθεί ότι δεν εμπίπτουν σε κάποια από τα πιθανά αδικήματα περί τύπου.
Να σημειωθεί ότι απόψεις που εκφράζονται σε άρθρα και κείμενα της συγγραφικής ομάδας δεν εκφράζουν απαραίτητα την άποψη των υπευθύνων του ιστολογίου. Όπως επίσης και τα σχόλια των αναγνωστών, τα οποία αντιπροσωπεύουν τους ίδιους...

ΚΑΜΜΕΝΟΣ - ΑΓΡΙΝΙΟ-ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ